Menu

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Ποδόσφαιρο: Ψωμιάδης, Γρανίτσας, Παππάς, Νοτιάς, Θανόπουλος, Αδαμίδης, Κασνακίδης, Δημητρέλος, Original, ΑΡΔ
Μπάσκετ: Φιλίππου, Γρανίτσας, Δρόσος, Καραμανλής, Original

Οι Κύπριοι ποδοσφαιριστές που έχουν φορέσει τη φανέλα της ΑΕΚ


Πρόσφατη είναι στο νου η εικόνα του παιχνιδιού Ελλάδα-Κύπρος για τα προκριματικά του Μουντιάλ του 2018, όπου ως θεατές είχαμε την ευκαιρία να αξιολογήσουμε τους -άγνωστους ως επί το πλείστον σε μας- Κύπριους διεθνείς, ανοίγοντας την κλασική ποδοσφαιροκουβέντα που συνοδεύει συνήθως παιχνίδια εθνικών ομάδων: υπάρχει κάποιος που θα άξιζε να απασχολήσει την ΑΕΚ; Με αφορμή τέτοιους προβληματισμούς, στο παρόν αφιέρωμα θα θυμηθούμε πόσοι και ποιοι είναι οι ποδοσφαιριστές από το νησί της Αφροδίτης που ήρθαν στην Ελλάδα για να φορέσουν την κιτρινόμαυρη φανέλα με το Δικέφαλο.


Κώστας Βασιλείου (1936-1945)
Ο πρώτος Κύπριος ποδοσφαιριστής στην ιστορία της ΑΕΚ υπήρξε ένας ικανότατος επιθετικός που ευτύχησε να ζήσει μαζί της μέρες δόξας. Γεννηθείς το 1911 ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα το 1934 με τη φανέλα της ΕΠΑ Λάρνακας και την αμέσως επόμενη χρονιά μεταγράφηκε στον ΑΠΟΕΛ με τον οποίον αναδείχτηκε πρωταθλητής Κύπρου. Στην Ελλάδα και την ΑΕΚ βρέθηκε το καλοκαίρι του 1936, σε μια περίοδο που ο Δικέφαλος υπό την τεχνική καθοδήγηση του Κώστα Νεγρεπόντη περνούσε από μία φάση ανασυγκρότησης, εντάσσοντας σιγά-σιγά στη βασική του 11άδα ταλαντούχους νεαρούς παίκτες (Μαρόπουλος, Τζανετής, Χατζησταυρίδης, Γάσπαρης, Μάγειρας κ.α.), με σκοπό το «χτίσιμο» ενός συνόλου ικανού να κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια. Μέσα σε μόλις μια τετραετία η προοπτική είχε γίνει ήδη πραγματικότητα. Αποδίδοντας εντυπωσιακό ποδόσφαιρο, η Ένωση στέφθηκε νταμπλούχος Ελλάδας το 1939 (επίτευγμα πρωτόγνωρο στα έως τότε αθλητικά χρονικά της χώρας), πρωταθλήτρια Αθήνας με το απόλυτο νικών το 1940 και ξανά πρωταθλήτρια Ελλάδας την ίδια χρονιά. Στις επιτυχίες αυτές ο Βασιλείου είχε καθοριστικό μερίδιο συνεισφοράς. Αγωνιζόμενος ως δεξιός ακραίος επιθετικός στην 5άδα της επίθεσης (ήταν η εποχή του συστήματος 2-3-5), ως «έξω δεξιά» κατά την ορολογία της εποχής, πέτυχε μεταξύ άλλων κρίσιμα τέρματα όπως: στον α’ τελικό του πρωταθλήματος του 1939 κόντρα στον Ηρακλή στη Φιλαδέλφεια (3-1 τελ.), στην εκ νέου νίκη μας στον β’ τελικό στη Θεσσαλονίκη (2-4 τελ., σκόραρε δις μάλιστα), στα εκκωφαντικά 0-4 επί του Παναθηναϊκού στη Λεωφόρο και 3-0 επί του Ολυμπιακού στη Φιλαδέλφεια το 1940 και στον α’ τελικό πρωταθλήματος του 1940 κόντρα στον ΠΑΟΚ (1-0 τελ.). Δυστυχώς η άκρως επιτυχημένη αυτή πορεία διακόπηκε άδοξα εξαιτίας του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Μετά τη λήξη του, το 1945, ο Βασιλείου επέστρεψε στην Κύπρο και τον ΑΠΟΕΛ με τα χρώματά του οποίου πανηγύρισε το νταμπλ το 1947. Η συλλογή τίτλων του συνεχίστηκε από τη θέση του παίκτη-προπονητή της ΑΕ Λεμεσού (κύπελλο 1948) και ακολούθως του παίκτη-προπονητή της Ανόρθωσης (κύπελλο 1949, πρωτάθλημα 1950). Ο σπουδαίος αλλοτινός Ενωσίτης άσος έφυγε από τη ζωή το 2003. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι την εποχή που φορούσε τη φανέλα της ΑΕΚ υπήρξε σύζυγος της -νεαρής τότε τραγουδίστριας και μετέπειτα διάσημης ηθοποιού- Ρένας Βλαχοπούλου (συγκεκριμένα από το 1939 έως το 1942).
Συμμετοχές: 51 (ΕΠΣΑ 30, πρωτάθλημα 14, κύπελλο 7) Γκολ: 43 (ΕΠΣΑ 20, πρωτάθλημα 20, κύπελλο 3)


Πανίκος Κρυστάλλης (1961-1963)
Η επόμενη -μετά τον Κώστα Βασιλείου- μεταγραφή Κύπριου ποδοσφαιριστή στην ΑΕΚ άργησε 25 χρόνια. Ήταν μάλιστα διπλή, αφού ενόψει της σαιζόν 1961-62 τα κιτρινόμαυρα ντύθηκαν δύο παίκτες από τη Μεγαλόνησο, οι Κρυστάλλης και Ζάγκυλος. Ας εξετάσουμε πρώτα την περίπτωση του Κρυστάλλη. Μεσοεπιθετικός, γεννημένος το 1938 στη Λεμεσό, πρωτόπαιξε ποδόσφαιρο στην τοπική ΑΕΛ με την οποία μέτρησε δύο πρωταθλήματα Κύπρου, το 1955 και το 1956. Το 1958 μεταπήδησε στον συμπολίτη Απόλλωνα με τη φανέλα του οποίου αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ του κυπριακού πρωταθλήματος το 1961 με 26 τέρματα. Η επίδοσή του αυτή υπήρξε μάλλον ο βασικός λόγος για τον οποίο ο πρόεδρος Νίκος Γκούμας και ο προπονητής Τρύφωνας Τζανετής συνηγόρησαν για τον ερχομό του στην Ελλάδα. Στην Ένωση ο Κρυστάλλης παρέμεινε για δύο σαιζόν, κατακτώντας στο τέλος της δεύτερης το πρωτάθλημα. Η παραγωγικότητά του βέβαια κινήθηκε σε χαμηλότατα επίπεδα (μόλις τρία τέρματα). Αναπόφευκτα επισκιάστηκε από τους κολοσσούς Νεστορίδη, Σταματιάδη, Παπαϊωάννου, υστέρησε όμως στο σκοράρισμα και έναντι άλλων ικανών επιθετικών και μεσοεπιθετικών που στελέχωναν τότε την ομάδα, όπως ο Τσαχουρίδης, ο Ιμπραήμ, ο Πετρίδης, αλλά και ο Ζάγκυλος. Μετά το Δικέφαλο, ο Κρυστάλλης συνέχισε την καριέρα του στα γνώριμα λημέρια της γενέτειράς του Λεμεσού και στον Απόλλωνα, προσθέτοντας στο παλμαρέ του δύο κύπελλα (1966, 1967). Υπήρξε διεθνής με την Εθνική Κύπρου (19 ματς – 4 γκολ).
Συμμετοχές: 34 (πρωτάθλημα 32, κύπελλο 2) Γκολ: 3 (πρωτάθλημα 3)


Δημήτρης Ζάγκυλος (1961-1963)
Ο έτερος των Κυπρίων νεοφερμένων του καλοκαιριού του 1961 αγωνιζόταν ως δεξί εξτρέμ. Τα προηγούμενα χρόνια είχε πραγματοποιήσει εντυπωσιακές εμφανίσεις με τη φανέλα της Ανόρθωσης Αμμοχώστου, γευόμενος μαζί της την κατάκτηση τριών πρωταθλημάτων (1957, 1958, 1960) και ενός κυπέλλου (1959). Είχε μάλιστα αναδειχτεί κορυφαίος σκόρερ του πρωταθλήματος Κύπρου το 1958 με 21 γκολ. Με τέτοιο βιογραφικό οι άνθρωποι της Ένωσης θεώρησαν ότι θα αποτελούσε μια αξιόλογη προσθήκη στο δυναμικό του συλλόγου που κυνηγούσε εναγωνίως το πρώτο του μεταπολεμικό πρωτάθλημα. Ο Ζάγκυλος, παρά τα προβλήματα συχνών τραυματισμών που αντιμετώπιζε, πρόσθεσε πράγματι κάποιες λύσεις στην επιθετική λειτουργία του Δικεφάλου και έβαλε κι αυτός την υπογραφή του (αν και με πολύ μικρή συμμετοχή) στον πολυπόθητο τίτλο του 1963. Ακολούθως επέστρεψε στους κυανόλευκους της Αμμοχώστου κατακτώντας ακόμα ένα κύπελλο (1964). Μετά το πέρας της καριέρας του ως ποδοσφαιριστής ασχολήθηκε με την προπονητική, κοουτσάροντας μεταξύ άλλων την αγαπημένη του Ανόρθωση τη σαιζόν 1989-1990.
Συμμετοχές: 24 (πρωτάθλημα 19, κύπελλο 5) – Γκολ: 7 (πρωτάθλημα 5, κύπελλο 2)



Τάσος Κωνσταντίνου (1972-1981)
Αναμφίβολα μια από τις μεγάλες μορφές των κιτρινόμαυρων χρονικών. Γεννήθηκε το 1951 σε ένα χωριό της περιφέρειας Λευκωσίας, το Παλιομέτοχο. Το 1959 η οικογένεια Κωνσταντίνου εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο όπου ο Τάσος ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το ποδόσφαιρο, εντασσόμενος στα τμήματα υποδομής της Φούλαμ. Όπως διηγούταν πρόσφατα ο ίδιος στην τηλεοπτική εκπομπή «Θρυλικές Ιστορίες», η ευκαιρία να αγωνιστεί στο υψηλό επίπεδο του παρουσιάστηκε το 1966. Στη βρετανική πρωτεύουσα είχε καταφτάσει η ΕΠΑ Λάρνακας για να δώσει φιλικό αγώνα με την Άρσεναλ, αλλά και για να δοκιμάσει παράλληλα ταλέντα από την τοπική κυπριακή κοινότητα. Ο 15χρονος τότε μεσοεπιθετικός ξεχώρισε αμέσως και οι υπεύθυνοι της ΕΠΑ έσπευσαν να του προσφέρουν δελτίο στο σύλλογο, σε περίπτωση που ο παίκτης ήθελε να επιστρέψει στην Κύπρο. Πράγματι ο Τάσος γύρισε το 1968 στο νησί και υπέγραψε στην ομάδα της Λάρνακας. Δεν άργησε να αποδείξει το πλούσιο ταλέντο του, αφού τη σαιζόν 1969-70, αναδεικνυόμενος πρώτος σκόρερ του κυπριακού πρωταθλήματος, οδήγησε την ομάδα του στην κατάκτηση του τίτλου. Στην Ελλάδα έγινε ευρύτερα γνωστός την επόμενη σαιζόν (1970-71) κατά την οποία η ΕΠΑ αγωνίστηκε στην ελληνική Α’ Εθνική (την 7ετία 1967-1974 το κυπριακό πρωτάθλημα είχε ενταχθεί στις δομές του ελληνικού ποδοσφαίρου έχοντας ρόλο οιονεί ομίλου Β’ Εθνικής, με τον παγκύπριο πρωταθλητή κάθε χρονιάς να προβιβάζεται στην ελληνική Α’ κατηγορία). ΑΕΚ, ΠΑΟ και ΟΣΦΠ ενδιαφέρθηκαν αμέσως για το νεαρό Κύπριο άσο, με την Ένωση να τον αποκτά τελικά το καλοκαίρι του 1972. Ατυχώς στην πρώτη σαιζόν του στο Δικέφαλο ο Κωνσταντίνου βρέθηκε εν μέσω ενός αποδιοργανωμένου (λόγω οικονομικής δυσπραγίας) συνόλου και έμεινε «άσφαιρος» σε 17 εμφανίσεις για όλες τις διοργανώσεις.  Την περίοδο 1973-74, έχοντας πια προσαρμοστεί στις συνθήκες, ξεκίνησε να συνεισφέρει στο σκοράρισμα, αποτελώντας έναν από τους ελάχιστους διακριθέντες μιας ακόμη κακής χρονιάς. Το καλοκαίρι του 1974 οι τύχες της Ένωσης μετά από δύο συνεχόμενες παρακμιακές σαιζόν επιτέλους άλλαξαν. Το τιμόνι του συλλόγου ανέλαβε ο μέγας Λουκάς Μπάρλος και η συνέχεια γνωστή: διεκδίκηση όλων των επόμενων επτά πρωταθλημάτων, κατάκτηση αυτών του 1978 και του 1979, κατάκτηση κυπέλλου το 1978 (το δεύτερο νταμπλ στην ιστορία της Ένωσης), μια ακόμα παρουσία σε τελικό κυπέλλου το 1979 όπου από αλαζονεία χάθηκε δεύτερο σερί νταμπλ και φυσικά η μεγάλη πορεία ως τα ημιτελικά του Κυπέλλου Ουέφα το 1977. Τεχνίτης, ταχύτατος και με παροιμιώδη ικανότητα στις εκτελέσεις πέναλτι, ο Τάσος υπήρξε βασικό γρανάζι της αρμάδας του «θείου Λουκά», αγωνιζόμενος όσον αφορά τη θέση του μέσα στο γήπεδο κυρίως ως δεξιός εξτρέμ. Κορυφαίες στιγμές του υπήρξαν: το πέναλτι-γκολ πρόκρισης στο 120’ της παράτασης μέσα στη Μόσχα κόντρα στη Δυναμό, στο δρόμο για τα ημιτελικά του Ουέφα το 1976-77, το φοβερό τέρμα που πέτυχε στο μεγάλο διπλό επί της Ντέρμπι Κάουντι για την ίδια διοργάνωση, η είσοδός του με την μπάλα στα δίχτυα στο θριαμβευτικό 6-1 επί του ΟΣΦΠ στο κύπελλο του 1977-78, καθώς και το γκολ του σε ένα άλλο 6-1, αυτό επί της Πόρτο στο Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1978-79. Μετά από 8,5 χρόνια προσφοράς, ο Τάσος αποχώρησε από το Δικέφαλο μεσούσης της περιόδου 1980-81, επιλέγοντας ως τελευταίο σταθμό της καριέρας του τον Ατρόμητο. Παραμένει μέχρι και σήμερα μια από τις πιο αγαπητές φιγούρες παλαιμάχων της ΑΕΚ. Κατά καιρούς έχει ασχοληθεί με ακαδημίες ποδοσφαίρου, συνεργαζόμενος σε κάθε ευκαιρία με την αγαπημένη του Ένωση.
Συμμετοχές: 240 (πρωτάθλημα 193, κύπελλο 25, Ευρώπη 22) – Γκολ: 65 (πρωτάθλημα 52, κύπελλο 7, Ευρώπη 6)



Τάκης Τιμοθέου (1974-1976)
φωτό από AEK-LIVE: Ο Τιμοθέου πίσω από τον Μπάρλο
Ποδοσφαιριστής που βρέθηκε εντελώς αναπάντεχα στην ΑΕΚ. Το παρασκήνιο της μεταγραφής του έφερε στο φως ο αείμνηστος Λουκάς Μπάρλος στην τελευταία του συνέντευξη πριν φύγει από τη ζωή, στην εφημερίδα «Ενωσίτης». Βρισκόμαστε στις 19 Ιουνίου 1974, στο φινάλε του πρωταθλήματος. Ο Δικέφαλος αντιμετώπιζε τον ΑΠΟΕΛ στη Λευκωσία. Οι γαλαζοκίτρινοι είχαν κατακτήσει το πρωτάθλημα Κύπρου την προηγούμενη χρονιά και (όπως είδαμε και παραπάνω) είχαν κερδίσει μ’ αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα συμμετοχής στην ελληνική Α’ Εθνική. Σε αντίθεση μάλιστα με τις υπόλοιπες κυπριακές ομάδες που τα προηγούμενα χρόνια υποβιβάζονταν πανεύκολα από νωρίς, ο ΑΠΟΕΛ διεκδικούσε με αξιώσεις τη σωτηρία. Από την πλευρά της η Ένωση βρισκόταν στην 5η θέση του πίνακα, κυνηγώντας την έξοδο στο Κύπελλο Ουέφα, με το «θείο Λουκά» να έχει ήδη αναλάβει άτυπα την ομάδα τις τελευταίες αγωνιστικές, μετά από προσταγή της χούντας (κατά τη συνήθη πρακτική της κυριολεκτικά να διορίζει διάφορους επιχειρηματίες της χώρας στις διοικήσεις των συλλόγων, άσχετους μάλιστα πολλές φορές, όπως άλλωστε υπήρξε κι ο Μπάρλος που ήταν Αρειανός). Αμφότεροι οι αντίπαλοι χρειάζονταν τη νίκη και στο σημείο αυτό η χούντα παρενέβη ωμά και εξανάγκασε τον Μπάρλο και την Ένωση να ηττηθούν (τελ. 2-1), ώστε να βοηθηθεί στην προσπάθειά του ο «δεξιός» ΑΠΟΕΛ που απολάμβανε την συμπάθεια του καθεστώτος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που η ΑΕΚ έπεφτε θύμα της δικτατορίας, αφού και στο φινάλε της σαιζόν 1968-69 είχε περάσει από «σφαγείο» στην έδρα του ΟΦΗ, ώστε να νικήσουν οι Κρητικοί και να σωθούν (οι κιτρινόμαυροι αηδιασμένοι είχαν αποσυρθεί τότε από το ματς, χάνοντας τελικά στα χαρτιά 2-0). Κατά την αναχώρηση της ΑΕΚ από το νησί, η διοίκηση του ΑΠΟΕΛ της προσέφερε τον έναν εκ των δύο σκόρερ της στο ματς, τον Τάκη Τιμοθέου, έναν μέσο που έπαιζε στους γαλαζοκίτρινους ήδη για μια τετραετία, από το 1970. Η νίκη του ΑΠΟΕΛ τελικά δεν είχε αντίκρισμα, αφού η τουρκική εισβολή ένα μήνα αργότερα και η πτώση της χούντας έθεσαν τέλος μεταξύ άλλων και στην όποια συμμετοχή των κυπριακών συλλόγων στα ελληνικά ποδοσφαιρικά δρώμενα. Ο Τιμοθέου πάντως παρέμεινε στο κιτρινόμαυρο ρόστερ ως το 1976, αφού ο Μπάρλος (που στο μεταξύ απαίτησε να εκλεγεί δημοκρατικά και με κάθε νόμιμο τύπο πρόεδρος -πράγμα που κατάφερε με ποσοστό 58%), άνθρωπος μεγαλόψυχος καθώς ήταν, αποφάσισε να μη του στερήσει την ευκαιρία να αποτελέσει μέλος της ΑΕΚ, παρά το γεγονός ότι υστερούσε έναντι του γαλαξία αστέρων που είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται εκείνο τον καιρό στη Φιλαδέλφεια. Τη διετία 1976-1978 ο Τιμοθέου έπαιξε στον Απόλλωνα Σμύρνης και εν συνεχεία επέστρεψε στον ΑΠΟΕΛ όπου μέχρι το 1986 που αποσύρθηκε συνέβαλε στην κατάκτηση άλλων δύο πρωταθλημάτων και τεσσάρων κυπέλλων Κύπρου.
Συμμετοχές: 2 (πρωτάθλημα 2) – Γκολ: 0


Πανίκος Χατζηλοΐζου (1979-1980)
Επιθετικός που αναδείχτηκε από τον Άρη Λεμεσού. Η ΑΕΚ τον απέκτησε από τον κυπριακό σύλλογο το καλοκαίρι του 1979, σε ηλικία 19 ετών. Παρέμεινε στις τάξεις της για μία μόλις σαιζόν, συμμετέχοντας σε 9 ματς, χωρίς να καταφέρει να «ματώσει» αντίπαλα δίχτυα. Επέστρεψε στην πατρίδα του και στην πρώην ομάδα του, όπου κατάφερε τρία χρόνια αργότερα να κερδίσει τον τίτλο του πρώτου σκόρερ της κυπριακής Α’ κατηγορίας. Αν μη τι άλλο αυτό ήταν μια ένδειξη ότι δεν στερούνταν ικανοτήτων. Απλώς ήταν εξαιρετικά δύσκολο όσο καιρό βρισκόταν στο Δικέφαλο να βρει ουσιαστικό χρόνο συμμετοχής, έχοντας ως «ανταγωνιστές» στη γραμμή κρούσης τα μεγαθήρια Θωμά Μαύρο – Ντούσαν Μπάγεβιτς.
Συμμετοχές: 9 (πρωτάθλημα 8, κύπελλο 1) Γκολ: 0



Γιώργος Σαββίδης (1987-1992)
Μέγας παίκτης που έχει αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του στην κιτρινόμαυρη βίβλο. «Ερίζει» με τον Τάσο Κωνσταντίνου για τον άτυπο τίτλο του «καλύτερου Κύπριου ποδοσφαιριστή στην ιστορία της ΑΕΚ». Ο Γιώργος Σαββίδης υπήρξε ένας βιρτουόζος μεσοεπιθετικός, με ευχέρεια στο σκοράρισμα, δυνατό και εύστοχο σουτ, ταχύτητα και έμφυτα ηγετικά χαρίσματα. Γεννήθηκε το 1961 στη Λευκωσία και από έφηβος εντάχθηκε στις τάξεις του τοπικού Ολυμπιακού. Το 1981 πήρε μεταγραφή για την Ομόνοια με τη φανέλα της οποίας εξελίχθηκε στον καλύτερο Κύπριο ποδοσφαιριστή της εποχής. Μέχρι το 1987 κατέκτησε με το κυπριακό Τριφύλλι 5 πρωταθλήματα, 2 κύπελλα και 3 σούπερ καπ, ενώ αναδείχτηκε και πρώτος σκόρερ της κυπριακής Α’ κατηγορίας το 1985. Παράλληλα χρίστηκε και διεθνής. Ως παίκτης της Εθνικής Κύπρου αντιμετώπισε δύο φορές την Εθνική Ελλάδας στα πλαίσια των προκριματικών του Euro 1988. Είχε πολύ καλή απόδοση σε αμφότερα τα παιχνίδια (Κύπρος-Ελλάδα 2-4 στις 3/12/1986 και Ελλάδα-Κύπρος 3-1 στις 14/1/1987), σκοράροντας μάλιστα στο ματς της Λευκωσίας, γεγονός που οδήγησε τους κιτρινόμαυρους παίκτες της Εθνικής μας να εισηγηθούν στη διοίκηση Ζαφειρόπουλου την απόκτησή του. Ο «Ζήτα» πράγματι κινήθηκε αμέσως για την αγορά του, συνάντησε όμως την πεισματική άρνηση των παραγόντων της Ομόνοιας που δεν ήταν διατεθειμένοι να αποχωριστούν τον ηγέτη τους, με την κατάσταση να οδηγείται σε αδιέξοδο. Σύμφωνα με τον συγγραφέα Γιώργο Τζια, τότε επικεφαλής του τμήματος αθλητισμού του ΚΚΕ, η μεταγραφή ευοδώθηκε τελικά με τη βοήθεια του Κόμματος. Οι σχέσεις ΑΕΚ και ΚΚΕ ήταν φιλικές ήδη από τα ‘70s, ίσως χάρη και σε προσωπικότητες όπως αυτή του Δημήτρη Μουρίκη, γραμματέα τότε στο κιτρινόμαυρο σωματείο και μέλους του Κόμματος (σήμερα είναι ιδρυτικό στέλεχος της Ένωσης Φίλων ΑΕΚ). Γράφει λοιπόν ο Τζιας στο βιβλίο του «Προσκύνημα στους ξεχασμένους ζάνες», πως ο Ενωσίτης παράγοντας Ανδρέας Βούλγαρης, συμπαθών κι αυτός το Κόμμα και συνδεόμενος μέσω της συζύγου του φιλικά με το ζεύγος Φλωράκη, παρακάλεσε τον Γενικό Γραμματέα να βοηθήσει την Ένωση. Εφόσον α) η Ομόνοια ελεγχόταν από το ΑΚΕΛ και β) ΚΚΕ και ΑΚΕΛ διατηρούσαν δίαυλο επικοινωνίας, θα μπορούσε να μεσολαβήσει ο ΓΓ προβάλλοντας τις καλές σχέσεις ΑΕΚ-ΚΚΕ και ΑΚΕΛ-ΚΚΕ, έτσι ώστε οι Κύπριοι παράγοντες που έτρεφαν μεγάλο σεβασμό στον ΓΓ να δώσουν επιτέλους την συγκατάθεσή τους στην μετακίνηση του παίκτη. Υποτίθεται ότι αυτό ακριβώς έγινε και ο Σαββίδης το καλοκαίρι του 1987 πέρασε τις πύλες της Φιλαδέλφειας. Με τα κιτρινόμαυρα συνέχισε στο ίδιο υψηλό τέμπο, αναλαμβάνοντας το περιβραχιόνιο, κερδίζοντας την αγάπη του κόσμου και συμβάλλοντας καθοριστικά στην κατάκτηση 4 τροπαίων: του πρωταθλήματος του 1989 (7 γκολ στην πορεία προς τον τίτλο), του σούπερ καπ του ίδιου έτους, του λιγκ καπ του 1990 (πρώτος σκόρερ της ομάδας στο θεσμό με 3 γκολ, τα 2 στον νικηφόρο τελικό με τον ΟΣΦΠ) και του πρωταθλήματος του 1992 (9 τα προσωπικά του τέρματα). Αλησμόνητα τα εντυπωσιακά γκολ που πέτυχε κόντρα στον Παναθηναϊκό τον Απρίλιο του 1988 με σλάλομ και ενάντια στη Δυναμό Δρέσδης με μια οβίδα από 35 μέτρα στο επικό εκείνο 5-3. Αξέχαστοι και οι πανηγυρισμοί του με την χαρακτηριστική κωλοτούμπα. Ο λαοφιλής «κουμπάρος», όπως αποκλήθηκε από τον κιτρινόμαυρο τύπο, αποφάσισε να αποχωρήσει οικειοθελώς το καλοκαίρι του 1992 από το Δικέφαλο, αφού όπως δήλωνε, ήθελε η τελευταία εικόνα που θα άφηνε στον κόσμο της ΑΕΚ να ήταν στην κορυφή, με τις δάφνες του πρωταθλητή νωπές και σε υψηλό ατομικά αγωνιστικό επίπεδο. Επέστρεψε στην Ομόνοια όπου συνέλεξε ακόμα δύο τρόπαια, ένα πρωτάθλημα (1993) και ένα κύπελλο (1994) πριν «κρεμάσει τα παπούτσια του» εν έτει 1996.
Συμμετοχές: 175 (πρωτάθλημα 135, κύπελλο 25, λιγκ καπ 5, σούπερ καπ 1, Ευρώπη 9) – Γκολ: 42 (πρωτάθλημα 35, κύπελλο 2, λιγκ καπ 3, Ευρώπη 2)




Γιώργος Καβάζης (1999-2000)
Μέσος, γεννημένος το 1980, ήρθε στην Ένωση το 1999 από τον Απόλλωνα Λεμεσού. Δεν κατάφερε να ξεχωρίσει και αποχώρησε στο τέλος της αγωνιστικής περιόδου. Έχοντας ως οδηγό αρχικά το transfermarkt και με περαιτέρω γκουγκλάρισμα γύρω από το όνομά του, διαπιστώνουμε ότι εξελίχθηκε έκτοτε σε γυρολόγο συλλόγων σε Ελλάδα και Κύπρο (Καλαμάτα, Εθνικός Αστέρας, Άγιος Δημήτριος, ΑΕ Λεμεσού, ΠΑΕΕΚ, ΑΕΖ).
Συμμετοχές: 4 (πρωτάθλημα 3, κύπελλο 1) Γκολ: 0



Γιάννης Οκκάς (2003-2004)
Ο ρέκορντμαν συμμετοχών της Εθνικής Κύπρου και ο δεύτερος στον πίνακα των κορυφαίων σκόρερ της (106 ματς – 27 γκολ, 5 λιγότερα από τον πρώτο Μιχάλη Κωνσταντίνου που κι εκείνος με τη σειρά του βρίσκεται στην δεύτερη θέση του πίνακα συμμετοχών με 21 λιγότερες από τον Οκκά). Γεννήθηκε το 1977 στη Λάρνακα. Αναδείχτηκε με τη φανέλα της Νέας Σαλαμίνας (53 συμμ. – 16 γκολ στο κυπριακό πρωτάθλημα μεταξύ 1993-1997), πραγματοποίησε σπουδαία καριέρα με την Ανόρθωση κατακτώντας 3 σερί πρωταθλήματα Κύπρου (1998, 1999, 2000 / 72 συμμ. – 41 γκολ) και το 2000 πήρε μεταγραφή για τον ΠΑΟΚ. Στους Θεσσαλονικείς συνέχισε να έχει ικανοποιητική απόδοση (80 συμμ. – 28 γκολ ο απολογισμός του στην Α’ Εθνική), βοηθώντας στην κατάκτηση δύο κυπέλλων (2001, 2003), των πρώτων τίτλων από το μακρινό 1985 και τελευταίων μέχρι σήμερα για τους ασπρόμαυρους. Οι δρόμοι ΑΕΚ και Οκκά συναντήθηκαν το καλοκαίρι του 2003, όταν ο δεύτερος αφέθηκε ελεύθερος λόγω οικονομικών δυσχερειών. Η Ένωση διέθετε τότε ένα εξαιρετικό ρόστερ γεμάτο παιχταράδες (Τσάρτας, Ζαγοράκης, Κατσουράνης, Γεωργάτος, Λάκης, Καψής, Κασάπης, Μπορμπόκης), είχε όμως απολέσει μόλις το μεγαλύτερο αστέρι της, τον Ντέμη Νικολαΐδη που μετά από 7 χρόνια, 176 γκολ και 4 τρόπαια, είχε αποχωρήσει για την Ατλέτικο Μαδρίτης. Ο Ντούσαν Μπάγεβιτς, προπονητής τότε του Δικεφάλου, ήλπιζε να βρει στο πρόσωπο του Κύπριου φορ (που τον γνώριζε και από την κοινή θητεία τους στον ΠΑΟΚ) τον «νέο Ντέμη» κι έτσι, με ταμειακή διευκόλυνση του Δημήτρη Μελισσανίδη, όπως θέλει ο μύθος, ο παίκτης ντύθηκε τα κιτρινόμαυρα. Λίγο αργότερα ακολούθησε και ο ερχομός του μέγιστου Νίκου Λυμπερόπουλου, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα η ΑΕΚ να χαρακτηριστεί «Dream Team» και να χριστεί πρώτο φαβορί για τον τίτλο. Μηδένα προ του τέλους μακάριζε βέβαια, αφού η ομάδα, «προδομένη» από τα υπέρογκα χρέη που είχαν αφήσει οι προηγούμενες διοικήσεις, από τον εμφύλιο «Βατραχολάγνων» - «Βατραχομάχων» στις εξέδρες και από την περιπλάνηση σε διάφορα γήπεδα της Αττικής λόγω της πρόσφατης κατεδάφισης του «Νίκος Γκούμας», κατέληξε τελικά «Συντρίμ Τημ» και κατετάγη 4η. Ο Οκκάς θαλασσοπνίγηκε κι αυτός στο ναυάγιο εκείνο της σαιζόν 2003-04 και πραγματοποίησε μέτριες (με πολύ επιείκεια ο χαρακτηρισμός) εμφανίσεις (24 συμμ. – 5 γκολ στο πρωτάθλημα). Το καλοκαίρι αποχώρησε εσπευσμένα για τον Ολυμπιακό όπου παρέμεινε μέχρι το 2007. Εκεί πλούτισε μεν το παλμαρέ του με τα κίβδηλα, σε παραγωγικότητα όμως κινήθηκε εκ νέου σε χαμηλά επίπεδα (77 ματς – 15 γκολ). Η καριέρα του συνεχίστηκε σε Θέλτα (24 ματς – 6 γκολ στη Β’ Ισπανίας 2007-08), Ομόνοια (2008-09, 23 ματς – 9 γκολ στην κυπριακή Α’), Ανόρθωση (2009-2014, 137 συμμ. – 37 γκολ) και Ερμή όπου και αποσύρθηκε το 2014 (3 ματς – 2 τέρματα). Αποτελεί αντιπαθή φιγούρα για τον κόσμο της ΑΕΚ εξαιτίας των έξαλλων πανηγυρισμών του όταν σκόραρε σε βάρος μας με τη φανέλα του ΟΣΦΠ, αλλά και της δήλωσής του την εποχή που έπαιζε στον Πειραιά ότι αν η ΑΕΚ πάρει το πρωτάθλημα, εκείνος θα κόψει την μπάλα και θα γίνει σουβλατζής. Θυμάμαι ότι γύρω στο 2007 (με την Ένωση να οδεύει ολοταχώς προς τον τίτλο) είχαν κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο κάποιες υπέροχες φωτοσοπιές ΑΕΚτζήδων οπαδών, με τον Οκκά να εμφανίζεται να κόβει γύρο ή να τυλίγει σουτζουκάκια και σουβλάκια! Τελικά ελέω Βάλνερ, ο Οκκάς γλίτωσε την πρόωρη αλλαγή επαγγέλματος…
Συμμετοχές: 39 (πρωτάθλημα 24, κύπελλο 7, Ευρώπη 8) Γκολ: 9 (πρωτάθλημα 5, κύπελλο 4)

Από τις λίγες καλές εμφανίσεις του Οκκά


Σίμος Κρασσάς (2004-2006)
Ποδοσφαιρικό παράγωγο της ακαδημίας της ΑΕ Λεμεσού, αποκτήθηκε από την ΑΕΚ το καλοκαίρι του 2004 σε ηλικία 22 ετών. Αγωνιζόταν κυρίως ως εξτρέμ, με βασικό προσόν του την ταχύτητα. Σε μια πολύ κρίσιμη συγκυρία για τον σύλλογό μας, με τον Ντέμη Νικολαΐδη να έχει αναλάβει τον Αύγουστο την ΠΑΕ με προίκα 150 εκ. ευρώ χρέη και ουσιαστικά χωρίς να γνωρίζουμε μέχρι το Νοέμβριο αν ο οργανισμός επιβιώσει, ο Κρασσάς υπήρξε μια φτηνή λύση που συνέβαλε «τίμια» καθ’ όλη τη διάρκεια της σαιζόν 2004-05 στη διεκδίκηση του πρωταθλήματος και του κυπέλλου. Την επόμενη αγωνιστική περίοδο, με την ΑΕΚ να έχει εξασφαλίσει την ύπαρξή της και να αρχίζει να αναβαθμίζει σταδιακά το ρόστερ της, φυσιολογικά δεν βρήκε πολύ χρόνο συμμετοχής και τον Ιανουάριο παραχωρήθηκε δανεικός στον Πανιώνιο. Συνέχισε την καριέρα του σε Απόλλωνα Καλαμαριάς, Αλκή, ΑΕ Λεμεσού, ΑΕ Ζακακίου. Υπήρξε διεθνής με την Εθνική Κύπρου τόσο κατά την παρουσία του στην ΑΕΚ όσο και αργότερα. Στην κιτρινόμαυρη οπαδική κουλτούρα το όνομά του έχει συνδυαστεί μαζί με αυτό του τότε συμπαίκτη του, Χρήστου Μπούρμπου, για τη δημιουργία του όρου «Μπουρμποκρασσάδες», που επιφυλάσσεται για παίκτες περιορισμένων γενικά δυνατοτήτων.
Συμμετοχές: 41 (πρωτάθλημα 27, κύπελλο 7, Ευρώπη 7) Γκολ: 3 (πρωτάθλημα 2, Ευρώπη 1)



Γιώργος Τόφας (2007-2008)
Επιθετικός, γεννήθηκε το 1989 στη Λάρνακα, έμαθε ποδόσφαιρο στην Ένωση Νέων Παραλιμνίου και αποκτήθηκε από την ΑΕΚ το 2007 ως «ανερχόμενο ταλέντο». Δεν έπεισε τελικά τους ιθύνοντες της ομάδας, δεν πραγματοποίησε ούτε μία συμμετοχή με τα κιτρινόμαυρα και αφού πρώτα δόθηκε δανεικός στην Αναγέννηση Καρδίτσας (2008-09) μήπως και δείξει κάποια «στοιχεία», πωλήθηκε τελικά στην Ανόρθωση έναντι 75.000 ευρώ.
Συμμετοχές: 0 – Γκολ: 0



Δημήτρης Φροξυλιάς (2010-2011)
Γεννήθηκε στη Λάρισα το 1993 και μεγάλωσε στη Λευκωσία, τόπο καταγωγής της μητέρας του, όπου και έμαθε μπάλα στα παιδικά τμήματα του ΑΠΟΕΛ. Διαθέτει τόσο ελληνικό, όσο και κυπριακό διαβατήριο και έχοντας χάσει την ευκαιρία να αντιπροσωπεύσει την ελληνική Εθνική Νέων, έχει επιλέξει να αγωνίζεται στο διεθνές επίπεδο με την Κύπρο. Κατά αυτόν τον τρόπο λοιπόν κερδίζει μια θέση στο παρόν αφιέρωμα. Ο Φροξυλιάς εντάχθηκε στις ακαδημίες της ΑΕΚ το 2007, έχοντας πρωτύτερα περάσει δοκιμαστικά στις ακαδημίες των Μάντσεστερ Σίτυ, Άρσεναλ και Τσέλσι. Το 2010 κέρδισε μια θέση στην α’ ομάδα της Ένωσης και στις 4 Νοεμβρίου 2010 έγραψε ιστορία, αφού περνώντας αλλαγή στο ματς ΑΕΚ-Άντερλεχτ για τη φάση των ομίλων του Europa League (τελ. 1-1), έγινε ο νεαρότερος παίκτης στην ιστορία της ΑΕΚ που συμμετείχε σε ευρωπαϊκό ματς (σε ηλικία 17 ετών, 4 μηνών και 9 ημερών). Έμελλε όμως να είναι η μοναδική φορά που έπαιζε με τα χρώματά της, καθώς στο υπόλοιπο της σαιζόν δεν του δόθηκαν ευκαιρίες, το 2011-12 αναχώρησε δανεικός για τον Φωκικό, ενώ κατόπιν αποδεσμεύτηκε. Σήμερα αγωνίζεται στη Νέα Σαλαμίνα, έχοντας περάσει προηγουμένως από Απόλλωνα Λεμεσού, Εθνικό Άχνας, ΑΕΚ Λάρνακας και Ένωση Νέων Παραλιμνίου.
Συμμετοχές: 1 (Ευρώπη 1) – Γκολ: 0


Νικόλας Εγγλέζου (2011-2012)
Δισέγγονος του Κώστα Βασιλείου, γεννήθηκε το 1993 στη Λάρνακα. Μεταξύ 2009-2011 θήτευσε στις ακαδημίες της ΑΕΚ και για τη σαιζόν 2011-12 προωθήθηκε στην α’ ομάδα. Η θέση του ήταν αριστερό μπακ-χαφ. Δόθηκε δανεικός στην κυπριακή Νέα Σαλαμίνα για τη σαιζόν 2012-13 (18 συμμ. – 2 γκολ), έτσι ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και να μην έχει προβλήματα με τη νομοθεσία της πατρίδας του. Δεν επέστεψε ποτέ όμως. Παρά τις δηλώσεις του ότι αδημονούσε να ξανααποτελέσει κομμάτι της αγαπημένης ομάδας του προπάππου του, κατέθεσε προσφυγή κατά της ΠΑΕ (που έτσι κι αλλιώς το καλοκαίρι του 2013 βρισκόταν σε διαδικασία διάλυσης) και υπέγραψε σε μια άλλη ΑΕΚ, αυτήν της Λάρνακας. Και ο ίδιος ο Δικέφαλος πάντως που εκκινούσε πλέον από τη Γ’ Εθνική, δεν έδειξε διατεθειμένος να τον κρατήσει στις τάξεις του. Συνεχίζει μέχρι σήμερα να αγωνίζεται στην ΑΕΚ Λάρνακας.
Συμμετοχές: 4 (πρωτάθλημα 2, Ευρώπη 2) Γκολ: 0



Φώτης Κέζος (2013-2014)
Τη σαιζόν 2013-2014 που η ΑΕΚ βρισκόταν στην ερασιτεχνική Γ’ Εθνική, στα πλαίσια του «ζερό-ριστάρτ», έδωσε την ευκαιρία σε τουλάχιστον 10 νεαρούς από τα τμήματα υποδομής της ή από δοκιμαστικά camps να προωθηθούν στο ρόστερ της α’ ομάδας της. Ένας από αυτούς ήταν και ο 18χρονος τότε αμυντικός Φώτης Κέζος. Δεν έδειξε κάτι ιδιαίτερο και δε συνέχισε στη Β’ Εθνική. Παραμένει μέχρι σήμερα ο τελευταίος Κύπριος που έχει αγωνιστεί με την Ένωση.
Συμμετοχές: 2 (πρωτάθλημα 2) Γκολ: 0


2 σχόλια :

  1. Πολλα μπραβο για τη δημοσιευση! Πολυ αναλυτικη η παρουσιαση.

    ο Φωτης Κεζος νομιζω εχει συγγενικη σχεση με τον πρωην γυμναστη μας Κεζο, σωστα?

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι 10 δημοφιλέστερες αναρτήσεις της εβδομάδας